Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Ὁ Ἅγιος προφήτης Δανιὴλ. Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ


Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά
Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
Ἀκούσατε ποτέ, παιδιά μου, γιά τόν προφήτη Δανιήλ καί τούς τρεῖς νέους, τόν Ἀνανία, τόν Ἀζαρία καί τόν Μισαήλ πού εὑρέθηκαν αἰχμάλωτοι στήν Βαβυλῶνα; Προήρχοντο ἀπό βασιλικό γένος τῆς Ἱερουσαλήμ, γενναῖα παλληκάρια, τά ὁποῖα μεγάλωσαν στό παλάτι κατά τόν καιρό τῆς βασιλείας τοῦ Ἰωακείμ.
Μεταφέρθηκαν σάν αἰχμάλωτοι στήν Βαβυλῶνα καί, ἐπειδή ἦταν νεαροί, ὡραῖοι στήν ὄψι καί σοφοί, τούς ἔβαλαν στήν αὐλή τοῦ βασιλέως νά εἶναι ἀνώτεροι ἀπό ὅλο τό γένος τῶν Χαλδαίων.
Ἐνῶ ὁ Δανιήλ ἀξιώθηκε νά γίνη μεγάλος σύμβουλος τῶν βασιλέως Ναβουχοδονόσορος.
Αὐτός ὁ βασιλεύς ἦταν σάν ἕνα μαστίγιο τοῦ Θεοῦ γιά νά παιδεύη τούς ἀνθρώπους πού ζοῦσαν στήν ἐπικράτειά του, ἐπάνω στήν γῆ. Αὐτός τότε ἐξουσίαζε 127 ἔθνη καί ἦταν μεγάλος λάτρης τῶν εἰδώλων. Στήν τραπεζαρία τοῦ παλατίου του ὑπῆρχαν ὅλα τά κρέατα καί τά ἐκλεκτά ποτά, διότι αὐτός ἦταν τότε ὁ μεγαλύτερος βασιλεύς ἐπάνω στήν γῆ.


Ὅταν τού ἔφεραν αὐτούς τούς νέους στό παλάτι του, διέταξε ὁ βασιλεύς νά τούς δώσουν νά φάγουν ἀπό τό τραπέζι του. Αὐτοί ὅμως εἶπαν ὅτι δέν τρώγουν. Προτιμοῦν νά πεθάνουν, παρά νά φάγουν ἀπό τά κρέατα πού προσφέρθηκαν προηγουμένως θυσία στούς δαίμονες.
Τότε ὁ μεγάλος ὑπηρέτης τῆς τραπεζαρίας, τούς εἶπε:Λοιπόν, ἐάν δέν μπορεῖτε νά φᾶτε ψωμί καί κρέας ἀπό τόν τραπέζι τοῦ βασιλέως, θά ἀδυνατίσετε καί ὁ βασιλεύς θά θεωρήση ἔνοχο ἐμένα καί θά δώση διαταγή νά κόψουν τό κεφάλι μου καί τό δικό σας.
Κι αὐτοί τοῦ εἶπαν:


-Ναί, στούς ἄλλους νέους ὁ βασιλεύς νά τούς δίνει κρέατα καί ποτά ἀπό τό τραπέζι τοῦ παλατίου του, ἀλλά ἐμεῖς θά τρώγουμε ἐπί δέκα ἡμέρες φροῦτα καί σπόρους. Μετά, ἄν θέλη, νά μᾶς βάλη ἀπέναντι ἀπ᾿ αὐτούς τούς νέους πού κρεοφαγοῦν, θά ἰδῆ ὅτι ἐμεῖς θά εἴμεθα πιό ὄμορφοι καί δέν θά εἴμεθα ἀδύνατοι διότι θά τρῶμε φροῦτα καί ξηρούς καρπούς.
Καί ὁ τραπεζάρης ἔκανε ὅ,τι τοῦ εἶπαν οἱ τρεῖς νέοι. Καί, ὅταν ἐστάθησαν ἀπέναντι τοῦ βασιλέως, πράγματι ἦταν πιό ὄμορφοι ἀπό ἄλλους νέους, ὅπως ἀκοῦμε καί στήν εὐχή τῶν Κολλύβων, πού διαβάζεται συχνά στήν ἐκκλησία: «Κύριε, Ἐσύ πού τούς τρεῖς νέους καί τόν Δανιήλ τούς ἐχόρτασες μέ τούς καρπούς τῶν ἀγαθῶν σου καί ἐφάνησαν ὡραιότεροι ἀπό τούς ἄλλους πού ἐτρέφοντο μέ πολλές ἄλλες ἀπολαύσεις...».
Ἀλλά γιατί ἦταν ὡραιότεροι; Διότι δέν ἐνισχύθηκαν μέ κρέας καί ποτά, ἀλλά μέ τήν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέ τήν προσευχή καί τήν καθαρότητα τῆς ζωῆς τους. Καί ἔδωσε ὁ Θεός σ᾿ αὐτούς τούς τέσσαρεις νέους ὀξύνοια καί σοφία, ἐνῶ στόν Δανιήλ ἔδωσε τό χάρισμα τῆς ἐπεξηγήσεως τῶν ὀνείρων.
Καί εἶπε ὁ βασιλεύς νά μείνουν δίπλα του. Κι αὐτοί  ἔμειναν καί πολλά θαύματα ἔκαναν, ἀπό τά ὁποῖα νά σᾶς διηγηθῶ τώρα μερικά.
Στό 18ο ἔτος τῆς βασιλείας του ὁ Ναβουχοδονόσορ ἔφτιαξε ἕνα εἴδωλο τοῦ ἑαυτοῦ του ἀπό χρυσό, τό ὁποῖον εἶχε ὕψος 60 πήχεις, δηλ.29 μέτρα στήν πεδιάδα Δέϊρα στήν χώρα τῆς Βαβυλῶνος. Καί ἔστειλε ὁ βασιλεύς σέ ὅλα τά μέρη τῆς βασιλείας του ἀγγελιαφόρους νά εἰδοποιήσουν τόν λαό του νά ἔλθουν ὅλοι καί νά προσκυνήσουν τήν μορφή του. Καί ἐκεῖ συγκεντρώθηκαν ἡγεμόνες, σύμβουλοι, τύραννοι καί ὅλοι οἱ ἄρχοντες καί ὑπηρέτες τῶν θεῶν του γιά νά προσκυνήσουν τό δικό του εἴδωλο. Δίπλα στό πελώριο αὐτό εἴδωλο, ἔκτισαν καί ἕνα φοῦρνο, γιά νά πετάξουν ἐκεῖ, ὅποιον ἀρνηθῆ νά προσκυνήση τόν βασιλέα. Οἱ κήρυκες ἔκραζαν παντοῦ καί ἔλεγαν:
-Ἐσεῖς, λαοί, τήν ὥρα πού θά ἀκούσετε τήν φωνή τῆς σάλπιγγας, τῆς φλογέρας τοῦ λαούτου καί τοῦ τυμπάνου καί κάθε ἄλλης φωνῆς ἀπό ὄργανα νά πέσετε καί νά προσκυνήσετε τό χρυσό αὐτό εἴδωλο τοῦ βασιλέως. Καί ὅποιος δέν γονατίση νά προσκυνήση, τήν ἴδια ὥρα θά ρίχνεται στήν ἀναμμένη κάμινο.
Καί ὅταν ἄκουσαν οἱ ἄνθρωποι τίς φωνές τῶν μουσικῶν ὀργάνων, ἐπροσκύνησαν τήν χρυσή μορφή τοῦ βασιλέως Ναβουχοδονόσορος. Τότε ἐπλησίασαν μερικοί ἄνδρες Χαλδαῖοι τόν βασιλέα καί τοῦ κατήγγειλαν ὅτι μερικοί νέοι, οἱ Ἀνανίας, Ἀζαρίας καί Μισαήλ δέν προσκυνοῦν τό εἴδωλό του. Τότε ὁ βασιλεύς ἐκάλεσε τούς νέους καί τούς ἐρώτησε, ἐάν εἶναι ἀληθινά αὐτά πού ἔμαθε. Κι αὐτοί τοῦ εἶπαν:
-Ὁ Θεός μας, τόν Ὁποῖον ὑπηρετοῦμε, εἶναι στούς οὐρανούς. Αὐτός ἔχει τήν δύναμι νά μᾶς βγάλη ἀπό τό καμίνι τῆς φωτιᾶς καί νά μᾶς γλυτώση ἀπό τά βασιλικά σου χέρια. Ἰδού, γνωρίζεις, βασιλεῦ, ὅτι δέν θά ὑπηρετήσουμε τούς θεούς σου, οὔτε θά προσκυνήσουμε τό δικό σου εἴδωλο.
Τότε ὁ Ναβουχοδονόσορας ἀγρίεψε πολύ καί ξεκίνησε ἐναντίον αὐτῶν τῶν τριῶν νέων, λέγοντας στούς ὑπηρέτες του:
-Νά κάψετε τό καμίνι ἑπτά φορές περισσότερο, μέχρις ὅτου κοκκινίσει ὅλο.
Κατόπιν διέταξε μερικούς δυνατούς ἄνδρες του νά δέσουν τούς νέους καί νά τούς ρίξουν μέσα στό ἀναμμένο καμίνι. Καί, ὅταν τούς ἐπέταξαν μέσα, ἡ φλόγα τῆς φωτιᾶς πετάχθηκε ἔξω ἀπό τό καμίνι καί ἔκαψε αὐτούς πού τούς κατηγοροῦσαν στόν βασιλέα. Οἱ τρεῖς αὐτοί νέοι, δεμένοι ὅπως ἦταν, ἐρίχθηκαν στό μέσον τῆς καμίνου καί ἦταν γύρω τους φωτιά καί αὐτοί δοξολογοῦσαν καί ἀνυμνοῦσαν τόν Θεό τους.
Οἱ συκοφάντες τους, πού ἦταν καί οἱ ὑπηρέτες τοῦ βασιλέως, δέν ἔπαυαν νά προσθέτουν καί ἄλλα ξύλα, πίσσα καί κάρβουνα στό καμίνι. Καί ἡ φλόγα τῆς φωτιᾶς ἔφθασε στό ὕψος τῶν 49 πήχεων, ὥστε ἔκαυσε κι αὐτούς πού ἦταν γύρω ἀπ᾿ αὐτήν. Ἀλλά Ἄγγελος Κυρίου κατέβηκε ἀνάμεσα σ᾿ αὐτούς τούς νέους καί διεσκόρπισε τίς φλόγες τῆς φωτιᾶς. Ἡ φλόγα μετετράπη σέ δροσιά καί δέν ἄγγιξε τούς νέους, οὔτε στά κεφάλια τους. Γι᾿ αὐτό οἱ νέοι ἔμεναν μέσα στήν φωτιά ψάλλοντες καί δοξολογοῦντες τόν Θεό, χωρίς κάποια στενοχώρια ἤ ἀγωνία γιά τήν ζωή τους.
Ἰδού πῶς ἔψαλλαν τόν Θεό:
-Εὐλογημένος νά εἶναι ὁ Κύριος καί Θεός τῶν Πατέρων ἡμῶν, ὁ Ὑπερένδοξος καί Ὑπερυψούμενος στούς αἰῶνες. Διότι, ὅλα ὅσα ἔκαμες, Κύριε, γιά ἐμᾶς, εἶναι δίκαια καί τά ἔργα σου εἶναι ἀληθινά καί οἱ δρόμοι σου ἀληθινοί...Ὅλες αὐτές οἱ δοξολογίες τῶν νέων εὑρίσκονται στό βιβλίο τοῦ προφήτου Δανιήλ.
Ἀκούοντας ὁ Ναβουχοδονόσορας νά ψάλλουν αὐτοί οἱ τρεῖς νέοι μέσα στό καμίνι, ἐξεπλάγη καί ἀποροῦσε. Ἔπειτα σηκώθηκε γρήγορα καί εἶπε στούς ἄρχοντές του:
-Ἄρα γε δέν ἐρίξαμε τρεῖς νέους μέσα στό καμίνι τῆς φωτιᾶς;
-Καί τοῦ ἀπήντησαν οἱ αὐλικοί του:
Ἀλήθεια, βασιλεῦ, τρεῖς ἐρίξαμε.
Καί ὁ Βασιλεύς τούς εἶπε: -Ἰδού, ἐγώ βλέπω τέσσαρεις νέους ἄνδρες λυμένους, πού περπατοῦν μέσα στό μέσον τῆς καμίνου καί δέν ἔχουν πάθει τήν παραμικρά βλάβη, ἐνῶ ἡ μορφή αὐτοῦ τοῦ τετάρτου νέου εἶναι λαμπρά καί ὁμοιάζει μέ θεόν.
Τότε ἦλθε ὁ Ναβουχοδονόσορας στό στόμιο τῆς καμίνου καί εἶπε:
-Δοῦλοι τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ, ἐξέλθετε ἀπό τήν φωτιά καί ἐλᾶτε ἐδῶ.
Καί ἐξῆλθαν οἱ νέοι ἀπό τό μέσον τῆς φωτιᾶς. Τότε συγκεντρώθηκαν τοπάρχες, μικροί ἡγεμόνες καί σωματοφύλακες τοῦ βασιλέως γιά νά τούς ἰδοῦν καί πῶς δέν ἐκάησαν τά σώματά τους, οὔτε ἀκόμη τά μαλλιά τῶν κεφαλιῶν τους. Ἀκόμη δέν εἶχαν τήν μυρωδιά τῆς καμίνου, ἀλλά μία ἀλλοιώτικη εὐωδία. Τότε ὁ βασιλεύς ἐπροσκύνησε τόν Θεό μπροστά τους καί εἶπε:
Εὐλογημένος νά εἶναι ὁ Θεός πού ἔστειλε σ᾿ αὐτούς τούς νέους τόν ἄγγελό Του καί ἔσωσε τούς δούλους Του, οἱ ὁποῖοι ἤλπιζαν σ᾿ Αὐτόν. Κι ἐγώ διατάζω τώρα ὅλος ὁ λαός, τά γένη, τά ἔθνη καί κάθε γλῶσσα, πού θά βλασφημήση τό Ὄνομα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, θά ὁδηγηθῆ στήν ἀπώλεια καί τά σπίτια τους θά λεηλατηθοῦν, διότι δέν ὑπάρχει ἄλλος Θεός, ὁ Ὁποῖος ἠμπορεῖ νά σώση.
Καί οἱ τρεῖς αὐτοί νέοι ἀπήλαυσαν μεγάλων τιμῶν ἀπ᾿ὅλους τούς ἀνθρώπους, γι᾿ αὐτή τήν πίστι τους μέχρι θανάτου στόν ἀληθινό Θεό.
Μετά τόν Ναβουχοδονόσορα ἐβασίλευσε ὁ Δαρεῖος, ὁ ὁποῖος καί κράτησε τόν Δανιήλ πολύ χρόνο κοντά του. Αὐτός ὁ βασιλεύς διώρισε στήν βασιλεία του 120 ἐπάρχους καί τόν Δανιήλ ἀνώτερον ἀπ᾿ ὅλους, διότι τό Ἅγιο Πνεῦμα ἦταν ἐπάνω του.
Οἱ ἔπαρχοι αὐτοί ζητοῦσαν νά εὕρουν κάποια ἐνοχή στόν Δανιήλ, ἀλλά δέν εὕρισκαν οὔτε ἐνοχή, οὔτε κάποια ἁμαρτία, διότι ἦταν πιστός στόν Θεό.
Τότε σκέφθηκαν νά τόν συλλάβουν ὡς ἑξῆς. Ἐπῆγαν στόν βασιλέα καί τοῦ εἶπαν:
-Μεγάλε βασιλεῦ Δαρεῖε, νά ζῆς στούς αἰῶνες. Νά γνωρίζης ὅτι συγκεντρώθηκαν ὅλοι οἱ ἔπαρχοι τοῦ ἀπεράντου κράτους σου γιά νά πάρης μία βασιλική ἀπόφασι: Ὅποιος θά κάνη προσευχή σέ ἄλλο θεό, ἤ σέ ἄλλο ἄνθρωπο, ἐκτὀς ἀπό σένα, νά ρίχνεται στόν λάκκο τῶν λεόντων γιά τροφή τους. Ὁπότε δώσε τήν διαταγή αὐτή, ἔτσι ὥστε νά μή τήν καταπατᾶ κανείς.
Τότε ὁ βασιλεύς Δαρεῖος, μή κατανοώντας τήν πονηρή συμβουλή τους, διέταξε καί ἔγραψε αὐτή τήν ἐντολή.
Ὅταν ὁ Δανιήλ ἄκουσε αὐτή τήν ἐντολή, μπῆκε στό δωμάτιό του καί τρεῖς φορές τήν ἡμέρα προσευχόταν στόν Θεό, ὅπως ἔκανε καί παλαιότερα. Τότε μερικοί ἄνδρες πού τόν παρακολουθοῦσαν, τόν εἶδαν νά κάνη προσευχή στόν Θεό του. Ἀμέσως ἦλθαν ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καί τοῦ εἶπαν:
-Ἔνδοξε βασιλεῦ, δέν διέταξες, κάθε ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος προσκυνεῖ  ἄλλον θεόν, ἐκτός ἀπό σένα, νά ρίχνεται στόν λάκκο των λεόντων;
Καί ὁ βασιλεύς τούς εἶπε:
-Εἶναι ἀληθινός αὐτός ὁ λόγος μου καί ἡ ἐντολή ἔχει δοθῆ.
Τότε τοῦ εἶπαν οἱ συκοφάντες:
-Ὁ Δανιήλ δέν ὑποτάσσεται στίς ἐντολές σου, διότι τρεῖς φορές τήν ἡμέρα κάνει προσευχή στόν δικό του Θεό.

Ὅταν ἄκουσε ὁ βασιλεύς αὐτόν τόν λόγο ἐθύμωσε πολύ, ἀλλά, ἐπειδή ἀγαποῦσε τὀν Δανιήλ, προσπάθησε νά τόν γλυτώση ἀπό τήν τιμωρία. Ἀλλά ἐκεῖνοι οἱ ἄνδρες εἶπαν στόν βασιλέα:
-Νά γνωρίζης, ὦ βασιλεῦ, ὅτι ὅλες τίς ἐντολές πού κάνεις νά μή τίς ἀλλάζης.
Τότε ὁ βασιλεύς διέταξε νά μεταφέρουν καί ρίξουν τόν Δανιήλ στόν λάκκο τῶν λιονταριῶν. Ἀκόμη εἶπε ὁ βασιλεύς στόν Δανιήλ:
-Ὁ Θεός σου τόν Ὁποῖον καί ὑπηρετεῖς πάντοτε, Αὐτός νά σέ σώση ἀπό τά λιοντάρια.
Ἔτσι ἔφεραν μία πέτρα καί τήν ἔβαλαν στό στόμιο τοῦ λάκκου καί ἄνοιξε. Κατόπιν ἐσφράγισε μέ τό δακτυλίδι του καί τά δακτυλίδια τῶν αὐλικῶν του γιά νά μή κάνουν κάποιο μεγαλύτερο κακό στόν Δανιήλ οἱ συκοφάντες του. Ἦταν δηλαδή εἶδος ὅρκου. Μ᾿ αὐτό τόν ὅρκο εἶχε μεγαλύτερη ἐμπιστοσύνη ὁ βασιλεύς στά θηρία, παρά στούς πονηρούς καί κακούς ἀνθρώπους. Μετά ἐπῆγε ὁ βασιλεύς στό παλάτι του καί ἐξάπλωσε νηστικός, διότι ἦταν πολύ στενοχωρημένος. Ἀλλά ὁ Θεός ἔκλεισε τά στόματα τῶν λεόντων καί δέν τόν ἐστενοχώρησαν τόν Δανιήλ.
Ἀφοῦ σηκώθηκε ὁ βασιλεύς τό πρωΐ ἀπό τό κρεββάτι του, ἐπῆγε βιαστικά στόν λάκκο καί ἔκραζε ἔξω μέ δυνατή φωνή:
-Δανιήλ, δοῦλε τοῦ Ζῶντος Θεοῦ, ὁ Θεός σου τόν Ὁποῖον πάντοτε ὑπηρετεῖς ἠμπόρεσε νά σέ λυτρώση ἀπό τά στόματα τῶν λεόντων; Καί ὁ Δανιήλ ἀπήντησε στόν βασιλέα:
-Βασιλεῦ, νά ζῆς στόν αἰῶνα, ὁ Θεός μου ἔστειλε τόν ἄγγελό Του καί ἔκλεισε τά στόματα τῶν λεόντων καί δέν μέ ἐπείραξαν, διότι ἔζησα μέ δικαιοσύνη ἐνώπιόν Του καί δέν ἔπραξα καμμία ἁμαρτία ἤ σφάλμα ἐνώπιόν σου.
Τότε ὁ βασιλεύς χάρηκε πολύ γιά τόν Δανιήλ. Κατόπιν διέταξε καί τόν ἔβγαλαν ἀπό τά θηρία καί δέν εἶχε καμμία πληγή ἐπάνω του, διότι ἐπίστευε στόν Θεό του. Μετά διέταξε ὁ βασιλεύς νά συγκεντρωθοῦν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συκοφάντησαν τόν Δανιήλ. Μέ ἐντολή του ρίχτηκαν στά θηρία, καθώς οἱ γυναῖκες καί τά παιδιά τους.
Πρίν ἀκόμη φθάσουν κάτω στήν σπηλιά, τούς κατέφαγαν τά λιοντάρια καί ἔσπασαν ὅλα τά κόκκαλά τους. Τότε ὁ βασιλεύς Δαρεῖος ἔγραψε  σέ ὅλο τόν λαό καί στά γένη πού κατοικοῦσαν στήν ἐπικράτειά του:
Εἴθε νά ζῆτε μέ πολλή  εἰρήνη. Ἔδωσα ἐντολή σέ ὅλη τήν βασιλεία μου ὅτι θά πρέπει ὁ κάθε ἄνθρωπος νά φοβᾶται καί νά τρέμη τόν Θεό τοῦ Δανιήλ, διότι Αὐτός εἶναι Ἀληθινός καί αἰώνιος Θεός καί τῆς βασιλείας Του δέν ὑπάρχει τέλος, διότι πράττει σημεῖα καί θαύματα στόν οὐρανό καί στήν γῆ καί πρόσφατα έλύτρωσε τόν Δανιήλ ἀπό τά στόματα τῶν λεόντων.
Ἀπ᾿ αὐτό τό θαῦμα εἶχε ὁ βασιλεύς μεγάλη εὐλάβεια καί τιμή στόν Δανιήλ, ὅσο σέ κανέναν ἄλλον καί τόν ἔδειξε παντοῦ ὅτι εἶναι ὁ καλλίτερος φίλος του. Παρόμοια εἶχε σέ τιμή καί ἀγάπη καί τούς ἄλλους τρεῖς νέους, τόν Ἀνανία, τόν Ἀζαρία καί τόν Μισαήλ.
Μετά τόν βασιλέα αὐτόν τόν διαδέχθηκε ὁ Κῦρος ὁ Πέρσης, ὁ ὁποῖος εἶχε κι αὐτός τόν Δανιήλ σέ μεγάλη τιμή, τόν εἰχε πολύ κοντινό βοηθό του, ὁ ὁποῖος καί διέταζε τόν λαό. Ἔτσι ὁ Δανιήλ δοξάσθηκε περισσότερο ἀπό τούς ἄλλους φίλους τοῦ βασιλέως.
Τότε ἦταν ἕνα εἴδωλο στούς βαβυλωνίους, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα ἦταν Βήλ καί ἐξώδευαν γιά τό εἴδωλο αὐτό πολύ σιτάρι, 40 πρόβατα καί 7 βαρέλια κρασί.
Ὁ βασιλεύς τό τιμοῦσε τό εἴδωλο αὐτό καί ἐπήγαινε κάθε φορά νά τό προσκυνήση. Ὅμως ὁ Δανιήλ προσκυνοῦσε τόν δικό του Θεό. Ὁπότε εἶπε μία ἡμέρα σ᾿ αὐτόν ὁ βασιλεύς:
-Γιατί καί σύ δέν προσκυνεῖς τόν θεό Βήλ;
Καί ἐκεῖνος  τοῦ εἶπε:
-Δέν προσκυνῶ εἴδωλα πού εἶναι φτιαγμένα ἀπό ἀνθρώπινα χέρια, ἀλλά προσκυνῶ τόν ζωντανό Θεό, ὁ Ὁποῖος ἔκτισε τήν γῆ καί τόν οὐρανό καί δεσπόζει ἐπάνω σέ κάθε ἄνθρωπο.
Καί ὁ βασιλεύς τοῦ εἶπε:
-Καί δέν πιστεύεις ὅτι ὁ Βήλ εἶναι ζωντανός θεός;
Καί ὁ Δανιήλ τοῦ ἀπήντησε γελῶντας:
-Μήν ἀπατᾶσαι, ὦ βασιλεῦ, διότι αὐτό πού προσκυνεῖς εἶναι χῶμα καί ἐξωτερικά ἀπό χαλκό καί δέν ἔφαγε καί δέν ἤπιε ποτέ.
Τότε ὁ βασιλεύς ὠργισμένος, ἐκάλεσε τούς εἰδωλολάτρες ὑπηρέτες του καί τούς εἶπε:
-Ἐάν δέν μοῦ πῆτε ποιός τρώγει αὐτά τά κομμάτια κρέατα, θά πεθάνετε, ἐνῶ, ἐάν θά ἀποδείξετε ὅτι ὁ Βήλ τρώγει αὐτά τά τρόφιμα κρέατα κλπ, τότε θα πεθάνη ὁ Δανιήλ, διότι ἐβλασφήμησε τόν θεό Βήλ.
Καί εἶπε ὁ Δανιήλ στόν βασιλέα:
-Νά γίνη κατά τήν ἐντολήν σου, βασιλεῦ.
Καί ἦταν 70 ὑπηρέτες στόν θεό Βήλ, ἐκτός ἀπό τίς γυναῖκες καί τά παιδιά τους. Ἐτσι, ἐπῆγαν ὁ βασιλεύς μέ τόν Δανιήλ ὄπισθεν τοῦ Βήλ, ἐνῶ οἱ ὑπηρέτες τοῦ Βήλ τούς εἶπαν:
-Ἰδού ἐμεῖς ἐξερχόμεθα ἔξω, ἐνῶ ἐσύ, βασιλεῦ, βάλε τά κρέατα καί τό κρασί, κλείδωσε τίς πόρτες καί σφράγισέ τες μέ τό δακτυλίδι σου καί ἄς ἔλθουμε αὔριο. Ἐάν δέν βρῆς ὅλα τά κρέατα τοῦ Βήλ, τότε νά πεθάνουμε ἐμεῖς.
Ἐνῶ αὐτοί εἶχαν κάνει ἄλλη μυστική εἴσοδο κάτω ἀπό τό τραπέζι τῶν κρεάτων καί ἔμπαιναν πάντοτε ἀπό ἐκεῖ καί ἔτρωγαν τά κρέατα. Καί, ὅταν αὐτοί ἐξῆλθαν, ὁ βασιλεύς ἔβαλε τά κρέατα στόν Βήλ, ὁ Δανιήλ διέταξε τούς ὑπηρέτες του νά φέρουν στάκτη καί τήν ἐκοσκίνισαν ἐπάνω σέ ὅλα τά σφαχτά, ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καί ἐξελθόντες, ἔκλεισαν τίς πόρτες, τίς ἐσφράγισαν μέ τό δακτυλίδι τοῦ βασιλέως καί ἔφυγαν.

Οἱ ὑπηρέτες ὅμως εἰσῆλθαν τήν νύκτα, κατά τήν συνήθειά τους, μέ τίς γυναῖκες τους καί τά παιδιά τους καί τά ἔφαγαν καί τά ἤπια ὅλα. Τήν δεύτερη ἡμέρα ἦλθε ὁ βασιλεύς μέ τόν Δανιήλ στό τόπο τῶν θυσιῶν καί εἶπε:
-Δανιήλ, οἱ σφραγίδες εἶναι ἀπείραχτες;
Κι αὐτός ἀπήντησε:
-Ναί, βασιλεῦ, εἶναι καλά μανταλωμένες οἱ πόρτες.
Καί ἀμέσως, ὅταν ἄνοιξαν τίς πόρτες, βλέποντας ὁ βασιλεύς στά τραπέζια, ἔκραξε μέ μεγάλη φωνή:
-Θεέ Βήλ, εἶσαι μεγάλος καί δέν ὑπάρχει καμμία πονηρία σέ σένα.
Τότε ὁ Δανιήλ ἐγέλασε καί εἶπε στόν βασιλέα:
-Κύτταξε, κάτω τό δάπεδο.
Τότε ὁ βασλεύς εἶπε:
-Βλέπω πατήματα ἀπό ἄνδρες, γυναῖκες καί παιδιά.
Ὄντας ὠργισμένος ὁ βασιλεύς, διέταξε καί ἔπιασαν ὅλους τούς ὑπηρέτες τῶν εἰδώλων μέ τίς γυναῖκες τους καί τά παιδιά τους. Αὐτοί τοῦ ἀπεκάλυψαν τήν μυστική πόρτα, ἀπό τήν ὁποία ἔμπαιναν καί ἔτρωγαν τά κρέατα τῶν θυσιῶν. Καί τούς ἐθανάτωσε ὅλους ο βασιλεύς, ἐνῶ τό εἴδωλο τό ἐγκρέμισε.
Ἐκεῖ ὑπῆρχε κι ἕνας δράκοντας τόν ὁποῖον προσκυνοῦσαν οἱ Βαβυλώνιοι καί εἶπε ὁ βασιλεύς στόν Δανιήλ:
-Ἄρα γε και γι᾿ αὐτό θά εἰπῆς ὅτι εἶναι ἀπό χαλκό;
-Τότε ὁ Δανιήλ ἐπῆρε πίσσα, ξύγκι καί μαλλιά, τά ἔβρασε μαζί καί κατόπιν τά ἔριξε στό στόμα τοῦ δράκοντος, τό ὁποῖον  τρώγοντας αὐτά, ἔσκασε.
Καί τότε εἶπε ὁ Δανιήλ:
Βλέπετε τώρα ποιόν θά προσκυνᾶτε;
Ἀκούοντας οἱ ὑπηρέτες τοῦ δράκοντος αὐτά, ὠργίσθηκαν καί ξεσηκώθηκαν ἐναντίον τοῦ βασιλέως λέγοντες:
-Ὁ βασιλεύς δέχθηκε τήν πίστι τοῦ Δανιήλ, ὁ ὁποῖος τοῦ κατάστρεψε τόν θεό Βήλ, ἐσκότωσε τόν δράκοντα καί ἐθανάτωσε τούς ὑπηρέτες μέ τίς οἰκογένειές τους.
Βλέποντας μετά τόν βασιλέα, τοῦ εἶπαν:
-Δός μας τόν Δανιήλ. Ἐάν ὄχι, θά σέ  σκοτώσουμε ἐσένα καί ὅλη τήν οἰκογένειά σου.
Βλέποντας ὁ βασιλεύς ὅτι ξεσηκώθηκαν ἐναντίον του, ὄντες ἀγανακτισμένοι, τούς ἔδωσε τόν Δανιήλ κι αὐτοί τόν πέταξαν στόν λάκκο τῶν λεόντων, ὅπου ἔμεινε 6 ἡμέρες. Καί ἦταν μέσα στόν λάκκο ἑπτά λέοντες, στούς ὁποίους ἔδιναν κάθε ἡμέρα δύο κατάδικους, εἴτε δύο πρόβατα. Ἀλλά τότε δέν τούς ἔδωσαν τίποτε γιά νά φᾶνε μέ μανία τόν Δανιήλ.
Ὅμως ὁ Θεός ἔκλεισε τά στόματα τῶν λεόντων, ὅπως καί τήν πρώτη φορά. Καί ἦταν ὁ Δανιήλ στόν λάκκο μ᾿ αὐτά, τά ὁποῖα ἐστέκοντο δίπλα του σάν τά ἀρνάκια. Τότε ὁ προφήτης Ἀββακούμ ἦταν στήν Ἰουδαία καί ἐπήγαινε στήν πεδιάδα νά δώση τροφή στούς πεινασμένους. Καί εἶπε ὁ ἄγγελος Κυρίου στόν Ἀββακούμ:
-Πήγαινε φαγητό στήν Βαβυλῶνα στόν Δανιήλ, πού εὑρίσκεται τώρα στόν λάκκο μέ τά λιοντάρια.
-Κύριε, τοῦ εἶπε ὁ Ἀββακούμ, τήν Βαβυλώνα δέν τήν εἶδα ποτέ, οὔτε τόν λάκκο μέ τά λιοντάρια δέν ξέρω ποῦ εἶναι.
Τότε ὁ ἄγγελος τοῦ Κυρίου τόν ἔπιασε καί τόν κατέβασε ἀπό τήν κορυφή τοῦ βουνοῦ καί κρατώντας τον ἀπό τά μαλλιά τοῦ κεφαλιοῦ του, τόν ἄφησε σέ μιά στιγμή ἐπάνω ἀπό τόν λάκκο τῶν λεόντων.
Καί ὁ Ἀββακούμ ἐφώναξε:
-Δανιήλ, Δανιήλ, πάρε τό φαγητό σου πού σοῦ στέλλει τώρα ὁ Θεός!
-Καί ὁ Δανιήλ τοῦ εἶπε:
-Μέ θυμήθηκες καί μένα, Κύριε, καί δέν ἄφησες αὐτούς πού σέ ἀγαποῦν!
Καί σηκώθηκε ὁ Δανιήλ ἐπῆρε τό φαγητό του καί τό ἔφαγε. Μετά ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἐπανέφερε τόν Ἀββακούμ καί πάλι στόν τόπο του.
Ὁ βασιλεύς  ἦλθε τήν ἑβδόμη ἡμέρα νά θρηνήση τόν Δανιήλ, ἀλλά, φθάνοντας ἐπάνω ἀπό τήν σπηλιά καί κυττάζοντας μέσα, εἶδε τόν Δανιήλ νά κάθεται. Τόν ἔκραξε ὁ βασιλεύς μέ μεγάλη φωνή:
-Ὁ Θεός  τοῦ Δανιήλ εἶναι μεγάλος καί δέν ὑπάρχει ἄλλος Θεός σάν καί Αὐτόν.
Κατόπιν ἔβγαλε τόν Δανιήλ, ἐνῶ τούς ἐνόχους τούς ἔριξε στόν λάκκο καί τούς ἔφαγαν τά λιοντάρια.
Ὁ Δανιήλ λοιπόν ρίχτηκε στά λιοντάρια δύο φορές καί παρέμεινε ἀνέπαφος ἀπ᾿ αὐτά. Οἱ τρεῖς νέος πετάχτηκαν μέσα στό καμίνι καί δέν τούς ἄγγιξε ἡ φωτιά οὔτε τά μαλλιά τους, παρότι τό ὕψος τῆς φλόγας εἶχε φθάσει τούς 49 πήχεις. Γιατί; Διότι ἡ πίστις, ἡ νηστεία καί ἡ προσευχή τούς έγλύτωσε ἀπό τήν φωτιά, ἐνῶ ὁ Δανιήλ μέ τήν νηστεία καί τήν προσευχή ἔκλεισε τά στόματα τῶν λεόντων.

Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 2010
Ἀναβάσεις
11  Ὀκτωβρίου 2013

hristospanagia3.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου